Καθώς ο Τράμπ προχωρά στην επιβολή δασμών στις εισαγωγές αλουμινίου και χάλυβα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Καναδά και το Μεξικό, η ηγεσία της ΕΕ αποφάσισε να ξυπνήσει από τον λήθαργο και να δρομολογήσει την ενεργοποίηση διαφόρων εργαλείων εμπορικής άμυνας. Πολύ αργά βεβαίως καθώς στην παγκόσμια σκηνή η στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι στην ημερήσια διάταξη. Έτσι αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Τουρκία κυριολεκτικά στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, ακολουθώντας διάφορες αθέμιτες πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό εμβαθύνουν το ντάμπινγκ όχι μόνο μέσω κρατικών ενισχύσεων αλλά και με παράλληλη μη τήρηση των επιβαλλόμενων μέτρων προστασίας της υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων καθώς και άλλων βασικών διατάξεων εργατικής νομοθεσίας. Επιπλέον πολλές ασιατικές χώρες χρησιμοποιούν κατά κόρον την παιδική εργασία αλλά και την εργασία εκατομμυρίων φυλακισμένων ενώ καταπατούν συστηματικά και βάναυσα τα εργασιακά δικαιώματα των γυναικών. Μάλιστα καθώς δεν υπάρχει καν η έννοια των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας η εργασιακή ζούγκλα που έχει διαμορφωθεί οδηγεί σε μισθούς πείνας με αποτέλεσμα την συσσώρευση υπερκερδών εκ μέρους των πολυεθνικών. Τέλος οι χώρες αυτές δεν συμμορφώνονται με τα διεθνή δεδομένα για την προστασία του περιβάλλοντος. Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα να δίνουν την ευκαιρία στις διάφορες πολυεθνικές, πολλές εκ των οποίων είναι ευρωπαϊκές, να παράγουν πάμφθηνα προϊόντα τα οποία στην συνέχεια εισάγουν στην ΕΕ σε εκτέλεση των διαφόρων Εμπορικών Συμφωνιών.
Το διεθνές εμπόριο μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη και στην απασχόληση όταν είναι δίκαιο, όταν στηρίζεται στο αμοιβαίο όφελος και όταν δεν ακολουθούνται αθέμιτες πρακτικές. Με τις πολυμερείς Συμφωνίες Ελευθέρων Συναλλαγών τις οποίες έχει υπογράψει η ΕΕ στην πράξη, αυτό που έχουμε δει είναι να διαλύεται η αγροτική οικονομία της ΕΕ, να μην υπάρχει προστασία στα Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης και Γεωγραφικών Ενδείξεων, να διακυβεύεται το μέλλον των δημοσίων επιχειρήσεων και να διαλύονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ιδίως στον κλάδο της μεταποίησης. Μπροστά σ΄ αυτή την επικίνδυνη κατάσταση η ηγεσία της ΕΕ επέλεξε την κινεζοποίηση των μισθών στην Ευρώπη και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων μέσα από το περίφημο Σύμφωνο για το ευρώ+. Αντίθετα οι νεοφιλελεύθερες ηγεσίες απέρριψαν κάθε σκέψη για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης εμπορικής και βιομηχανικής πολιτικής η οποία να προστατεύει τα συμφέροντα των ευρωπαίων εργαζομένων και αγροτών. Επιπλέον η μερκελική λιτότητα και η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή οδήγησαν στην παραπέρα φτωχοποίηση των πολιτών του Ευρωπαϊκού Νότου και κυρίως της νεολαίας.
Τα στοιχεία της Εurostat, του Φεβρουαρίου 2018, δείχνουν ανεργία των νέων στην Ελλάδα 45%, στην Ισπανία 35,5%, στην Ιταλία 32,8%. Αντίθετα η ανεργία των νέων στη Γερμανία είναι μόλις 6,2% και στην Ολλανδία 7,2%. Ταυτόχρονα, στη Γερμανία αναζητούνται 1,6 εκατομμύρια εργαζόμενοι, μια και υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας. Τι αποδεικνύει αυτό; Ότι η λειτουργία της Ευρωζώνης, επί της ουσίας, οδηγεί σε αφαίμαξη του Ευρωπαϊκού Νότου και σε εμπορικά πλεονάσματα για τον σκληρό πυρήνα. Αν θέλουμε να έχουμε πραγματικά στήριξη των νέων και δημιουργία θέσεων εργασίας, πρέπει να εγκαταλειφθεί η λιτότητα και η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή, να αλλάξει δομή η Ευρωζώνη η οποία σήμερα υπηρετεί τη γερμανική Ευρώπη και να αξιοποιηθεί η Ποσοτική Χαλάρωση (QE) για τη στήριξη επενδύσεων και δημιουργία θέσεων εργασίας στον Ευρωπαϊκό Νότο και ιδίως στην Ελλάδα.
Επιπλέον πρέπει να προβλεφθούν αυξημένοι πόροι στο περίφημο ευρωπαϊκό Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη του σκληρού πυρήνα, τα οποία κερδίζουν δισεκατομμύρια από τη λειτουργία της ΕΕ πρέπει να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να ενισχυθεί ο προϋπολογισμός της ΕΕ και να ξεπεράσει το 2% του ΑΕΠ της Ένωσης. Επιπλέον πρέπει να δρομολογηθεί ή έκδοση ευρωομολόγων και να θεσμοθετηθούν γενναίες δημοσιονομικές μεταβιβάσεις προς τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Αντί όμως να πηγαίνει προς την κατεύθυνση αυτή η ΕΕ, η ηγεσία της δρομολογεί μείωση των κονδυλίων της ΚΑΠ και των κονδυλίων για τη Συνοχή.
Επιπλέον οι Βρυξέλλες δεν φαίνονται διατεθειμένες να βάλουν χαλινάρι στις πολυεθνικές οι οποίες δρομολογούν μετεγκατάστασες των παραγωγικών τους μονάδων όχι μόνο εκτός ΕΕ αλλά και εντός ΕΕ με δυσμενείς επιπτώσεις για τους εργαζόμενους και τις περιφέρειες. Σε όλες τις περιπτώσεις μετεγκαταστάσεων παραγωγικών μονάδων εντός και εκτός ΕΕ, η μεταφορά των επιχειρήσεων δεν γίνεται λόγω των φυσικών όρων παραγωγής. Γίνονται διότι υπάρχει κοινωνικό ντάμπινγκ, φορολογικό ντάμπινγκ και περιβαλλοντικό ντάμπινγκ.. Ταυτόχρονα οι πολυεθνικές αξιοποιούν προς τον σκοπό αυτό και τα διάφορα ευρωπαϊκά κονδύλια.
Καθώς εντείνεται ο εμπορικός πόλεμος στην παγκόσμια σκηνή και οξύνονται τα κοινωνικά προβλήματα στη γηραιά ήπειρο καθίσταται όλο και πιο εμφανές ότι η ΕΕ βρίσκεται πλέον στη δίνη της παγκοσμιοποίησης.
Ήρθε λοιπόν η στιγμή οι λαοί του Ευρωπαϊκού Νότου να βρεθούν στο προσκήνιο και να αναλάβουν τις ιστορικές τους ευθύνες.









