| 9 Οκτωβρίου 2014 |
|
|
| Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης προς την Επιτροπή Άρθρο 130 του Κανονισμού Notis Marias (ECR) |
||
Σύμφωνα με την οδηγία 2003/96/ΕΚ, η οποία καθορίζει το πλαίσιο φορολόγησης των ενεργειακών προϊόντων στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ενεργειακά προϊόντα φορολογούνται μόνο όταν χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κίνησης ή θέρμανσης και όχι όταν χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες, για χημική αναγωγή ή στο πλαίσιο ηλεκτρολυτικής και μεταλλουργικής κατεργασίας.
Ωστόσο, σύμφωνα με καταγγελίες των εργαζομένων στη βιομηχανία της Καβάλας «Ελληνικά Λιπάσματα και Χημικά ELFE», έχει επιβληθεί παράνομα ειδικός φόρος κατανάλωσης στο φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα να αυξάνεται πολύ το ενεργειακό κόστος λειτουργίας του εργοστασίου και να εξανεμίζεται η ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης. Οι εργαζόμενοι της επιχείρησης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς η ως άνω παράνομη επιβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο φυσικό αέριο οδηγεί την ELFE σε κλείσιμο και σε απώλεια εκατοντάδων θέσεων εργασίας.
Με βάση τα παραπάνω ερωτάται η Επιτροπή:
- Η επιβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο φυσικό αέριο είναι σύμφωνη με την ως άνω κοινοτική οδηγία και, αν όχι, τι μέτρα προτίθεται να λάβει ώστε να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομοθεσία της ΕΕ;
Πηγή: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Απάντηση του κ. Moscovici εξ ονόματος της Επιτροπής (3 Δεκεμβρίου 2014)
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/96/ΕΚ («οδηγία για τη φορολογία της ενέργειας»), τα κράτη μέλη οφείλουν να επιβάλλουν φορολογία στα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. Τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τη φορολόγηση της ενέργειας αναφέρονται στο άρθρο 2, στο στοιχείο β) του οποίου περιλαμβάνεται το φυσικό αέριο (κωδικός ΣΟ 2709 00 10).
Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 στοιχείο β) πρώτη περίπτωση, το εναρμονισμένο σύστημα που προβλέπεται στην οδηγία για τη φορολογία της ενέργειας δεν ισχύει για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, εφόσον αυτά χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς εκτός της χρήσης ως καύσιμα κινητήρων ή καύσιμα θέρμανσης. Αυτό σημαίνει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το εναρμονισμένο σύστημα και καθορίζονται στην οδηγία (π.χ. φορολογία σε ή πάνω από το ελάχιστο επίπεδο σύμφωνα με το άρθρο 4, εξαιρέσεις σύμφωνα με το άρθρο 14, κ.λπ.) δεν ισχύουν για τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για χρήσεις άλλες εκτός ως καύσιμα κινητήρων ή καύσιμα θέρμανσης. Ως εκ τούτου, η φορολόγηση των ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιούνται για χρήσεις άλλες εκτός ως καύσιμα κινητήρων ή καύσιμα θέρμανσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εναρμονισμένου συστήματος που προβλέπεται στην οδηγία για τη φορολογία της ενέργειας.
Εάν η φορολόγηση αφορά τη χρήση αερίου για άλλους σκοπούς εκτός της χρήσης ως καύσιμο κίνησης ή καύσιμο θέρμανσης, όπως η χρήση του φυσικού αερίου για χημική αναγωγή και στο πλαίσιο ηλεκτρολυτικών και μεταλλουργικών διεργασιών, χρήσεις οι οποίες ενδέχεται να αφορά η ερώτηση του κ. βουλευτή, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/96/ΕΚ. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα μπορεί να διατηρήσει τη διακριτική ευχέρεια φορολόγησης του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για χημική αναγωγή και στο πλαίσιο ηλεκτρολυτικών και μεταλλουργικών διεργασιών, αν αυτό πράγματι συμβαίνει, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα όρια που επιβάλλονται με την εν λόγω οδηγία.
Πηγή: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο









